Die tote Stadt: Η Νεκρή Πόλη και η Ψυχολογική Οδύσσεια
Η όπερα «Die tote Stadt» (Η Νεκρή Πόλη) του Έριχ Βόλφγκανγκ Κόρνγκολντ αποτελεί ένα αριστούργημα του μετα-ρομαντικού ρεπερτορίου και ένα συναρπαστικό ψυχολογικό δράμα που εμβαθύνει στα άδυτα της θλίψης, της εμμονής και της λύτρωσης. Γραμμένη από τον Κόρνγκολντ σε ηλικία μόλις 23 ετών, η όπερα έκανε πρεμιέρα ταυτόχρονα στο Αμβούργο και την Κολωνία το 1920, γνωρίζοντας τεράστια επιτυχία και καθιερώνοντας τον νεαρό συνθέτη ως μία από τις πιο ελπιδοφόρες φωνές της εποχής.
Ο Έριχ Βόλφγκανγκ Κόρνγκολντ και το Λιμπρέτο
Ο Έριχ Βόλφγκανγκ Κόρνγκολντ (1897-1957) ήταν ένα παιδί-θαύμα, του οποίου το ταλέντο είχε αναγνωρισθεί από μεγάλες μορφές όπως ο Γκούσταβ Μάλερ. Η «Die tote Stadt» βασίζεται στο μυθιστόρημα «Bruges-la-Morte» (Η Μπριζ η νεκρή) του Βέλγου συγγραφέα Ζορζ Ρόντενμπαχ (Georges Rodenbach). Το λιμπρέτο έγραψαν ο ίδιος ο Κόρνγκολντ μαζί με τον πατέρα του, τον γνωστό κριτικό μουσικής Γιούλιους Κόρνγκολντ, υπό το ψευδώνυμο Πωλ Σοτ (Paul Schott).
Η επιλογή του μυθιστορήματος δεν ήταν τυχαία. Η Μπριζ, με τα κανάλια, τα καμπαναριά και την ατμόσφαιρα μιας πόλης που ζει στο παρελθόν, αποτελεί το ιδανικό σκηνικό για την ιστορία του Πωλ, ενός άνδρα που αρνείται να προχωρήσει από το πένθος του.
Μεταξύ Πραγματικότητας και Ονείρου
Η όπερα διαδραματίζεται στη Μπριζ, την «Νεκρή Πόλη», όπου ο κεντρικός χαρακτήρας, ο Πωλ (τενόρος), ζει απομονωμένος, αφοσιωμένος στην ανάμνηση της νεκρής του συζύγου, της Μαρί. Το δωμάτιό του είναι ένα «Ιερό της Μνήμης», ένας βωμός, γεμάτος με ενθύμια, φωτογραφίες και μια τούφα από τα χρυσά μαλλιά της.
Πράξη 1η: Ο Πωλ συναντά στον δρόμο μια νεαρή χορεύτρια, τη Μαριέττα (σοπράνο), η οποία μοιάζει εκπληκτικά με τη Μαρί. Πείθεται ότι η Μαριέττα είναι η μετενσάρκωση της νεκρής του συζύγου και την προσκαλεί στο σπίτι του. Η Μαριέττα, αν και αρχικά ξαφνιάζεται από την παράξενη συμπεριφορά του, προσπαθεί να τον γοητεύσει τραγουδώντας το διάσημο «Lute Song» («Glück, das mir verblieb» – «Η ευτυχία που μου έμεινε»), έναν ύμνο στην αγάπη και την αβεβαιότητα της ζωής. Ωστόσο, φεύγει, αφήνοντας τον Πωλ σε κατάσταση ακραίας σύγχυσης και εμμονής.
Πράξη 2η & 3η: Η Ψυχολογική Κατάδυση: Το μεγαλύτερο μέρος της όπερας αποτελεί μία εκτεταμένη ψευδαίσθηση/όνειρο του Πωλ. Στο όνειρό του, η εμμονή του για τη Μαριέττα τον αποξενώνει από τον φίλο του Φρανκ και την οικονόμο του Μπριγκίτα. Ο Πωλ κυνηγά τη Μαριέττα, ερχόμενος αντιμέτωπος με τις αντιφάσεις του: η νεκρή Μαρί τον καλεί να της μείνει πιστός, ενώ η ζωντανή Μαριέττα ενσαρκώνει τη ζωή και τη σαρκική επιθυμία. Το όνειρο κορυφώνεται σε μια βίαιη πράξη: ο Πωλ, σε μια κρίση μανίας, στραγγαλίζει τη Μαριέττα με την τούφα των μαλλιών της νεκρής Μαρί, νιώθοντας ότι τιμωρεί την απιστία και την προδοσία της μνήμης.
Επίλογος: Ο Πωλ ξυπνά από τον εφιάλτη. Η Μαριέττα δεν είναι νεκρή. Στην πραγματικότητα, μόλις έχει φύγει από το σπίτι, έχοντας ξεχάσει την ομπρέλα της. Η ανακούφιση και η συνειδητοποίηση της ψευδαίσθησης λειτουργούν ως ψυχική κάθαρση. Ο Πωλ αποφασίζει να εγκαταλείψει την «Νεκρή Πόλη» και την εμμονή του, για να ξαναρχίσει τη ζωή του.
Έκφραση και Λυρισμός
Η μουσική του Κόρνγκολντ είναι ένας συνδυασμός του ύστερου γερμανικού ρομαντισμού (Βάγκνερ, Ρίχαρντ Στράους) και του Εξπρεσιονισμού. Η ενορχήστρωση είναι πλούσια, μελωδική και πυκνή, χρησιμοποιώντας μια τεράστια ορχήστρα για να δημιουργήσει ατμόσφαιρα έντασης, θλίψης και ψυχικής αναστάτωσης.
- Λυρικά Θέματα: Οι άριες είναι εξαιρετικά λυρικές, με το «Glück, das mir verblieb» της Μαριέττα να είναι ίσως το πιο γνωστό κομμάτι, ένα παράδειγμα της ικανότητας του Κόρνγκολντ να συνδυάζει την αισθησιακή ομορφιά με μια υπόγεια μελαγχολία.
- Λάιτμοτιφ: Ο συνθέτης χρησιμοποιεί εκτενώς τα λάιτμοτιφ (μουσικά θέματα) για να αναπαραστήσει χαρακτήρες, συναισθήματα και, κυρίως, τη Μαρί, δημιουργώντας μια αίσθηση μουσικής συνέχειας και ψυχολογικής αναφοράς.
- Εξπρεσιονιστική Ένταση: Τα στοιχεία του ονείρου και της παράνοιας εκφράζονται με τον έντονο χρωματισμό, τις απροσδόκητες αρμονικές μεταβολές και τις δραματικές κορυφώσεις, τοποθετώντας την όπερα στον πυρήνα του βιεννέζικου μοντερνισμού της εποχής του Φρόιντ.
Η όπερα «Die tote Stadt» ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία του Κόρνγκολντ. Ωστόσο, μετά την άνοδο του Ναζισμού και την απαγόρευση της μουσικής του (ως Εβραίος), ο Κόρνγκολντ μετανάστευσε στις ΗΠΑ, όπου έγινε ένας από τους πρωτοπόρους της μουσικής του Χόλιγουντ, φέρνοντας τον ρομαντικό ήχο της όπερας στον κινηματογράφο.
Η «Die tote Stadt» επανήλθε δυναμικά στο ρεπερτόριο τον 20ό αιώνα, καθώς το ψυχολογικό της σημαινόμενο και η εκπληκτική της μουσική αξία αναγνωρίστηκαν ως προφητικά του πνεύματος του 20ού αιώνα. Η όπερα παραμένει μια συγκλονιστική εξερεύνηση του πένθους, της ενοχής και της δύναμης της ανθρώπινης ψυχής να αντιμετωπίσει και τελικά να αφήσει πίσω της το παρελθόν.






