Η Αυτονομία της Τέχνης και ο Φορμαλισμός
Το Menuett ως «αυτοθεσπισμένος» νόμος στο έργο του Arnold Schoenberg
Το Menuett, δεύτερο μέρος της Serenade, op. 24 (1920–1923) του Arnold Schoenberg, δεν αποτελεί μια ακόμη μουσική δημιουργία. Πρόκειται για μια συμπυκνωμένη καλλιτεχνική δήλωση, μέσα από την οποία εκφράζεται με σαφήνεια η ιδέα της αυτονομίας της τέχνης και η φορμαλιστική αντίληψη της μουσικής σύνθεσης, όπως διαμορφώθηκαν στον ευρωπαϊκό Μοντερνισμό των αρχών του 20ού αιώνα.
Το έργο ως αυτάρκης κόσμος
Μετά τη βαθιά ιστορική και κοινωνική τομή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η τέχνη απομακρύνεται οριστικά από τη βεβαιότητα των παλαιών αξιών. Ο Μοντερνισμός δεν αναζητά πια στήριγμα στην παράδοση, στη θρησκεία ή στη συλλογική εμπειρία, αλλά στρέφεται στο ίδιο το υλικό της τέχνης. Εδώ ακριβώς γεννιέται με νέα ένταση η ιδέα της Αυτονομίας της Τέχνης. Το έργο δεν υπηρετεί κάποιον εξωτερικό σκοπό, ούτε επιδιώκει αναγκαστικά να «ευχαριστήσει». Υπακούει μόνο στους εσωτερικούς του κανόνες.
Στη μουσική, αυτή η στάση εκφράζεται μέσα από τον Φορμαλισμό. Η αξία του έργου δεν μετριέται με βάση τη συγκινησιακή του απήχηση, αλλά με βάση τη συνοχή, τη λογική οργάνωση και την πρωτοτυπία της μορφής του. Για τον Schoenberg, η ιστορική εξάντληση της τονικότητας δεν οδηγεί σε χάος, αλλά στην ανάγκη ενός νέου, αυστηρού συστήματος, ενός νέου εσωτερικού νόμου.
Το σύστημα ως ηθική ευθύνη του συνθέτη
Η απάντηση του Schoenberg σε αυτή την κρίση υπήρξε ο δωδεκαφθογγισμός, ο οποίος διατυπώθηκε πλήρως λίγα χρόνια μετά το op. 24, αλλά ήδη προοιωνίζεται με σαφήνεια σε αυτό το έργο. Ο ίδιος όριζε τη μέθοδό του ως «μέθοδο σύνθεσης με δώδεκα φθόγγους που σχετίζονται μόνο μεταξύ τους».
Η βασική αρχή είναι ριζική. Καταργείται κάθε ιεραρχία των φθόγγων. Στην παραδοσιακή μουσική, η τονική λειτουργούσε ως κέντρο βάρους, ως σημείο αναφοράς και επιστροφής. Αντίθετα, στον δωδεκαφθογγισμό όλοι οι φθόγγοι της χρωματικής κλίμακας αποκτούν ίση αξία. Κανείς δεν κυριαρχεί, κανείς δεν λειτουργεί ως προορισμός.
Στον πυρήνα αυτού του συστήματος βρίσκεται η σειρά. Η συγκεκριμένη διάταξη των δώδεκα φθόγγων λειτουργεί ως αυστηρός νόμος, όχι φυσικός ή παραδοσιακός, αλλά απολύτως τεχνητός και αυτοθεσπισμένος. Ο νόμος αυτός δεν ισχύει γενικά, αλλά μόνο για το συγκεκριμένο έργο. Η καλλιτεχνική αξία αναδεικνύεται μέσα από τη συνεπή, δημιουργική και αδιάλειπτη ανάπτυξη αυτού του εσωτερικού κανόνα.
Έτσι, το σύστημα παύει να είναι απλό τεχνικό εργαλείο και μετατρέπεται σε ευθύνη του συνθέτη. Δεν λειτουργεί ως δεσμευτική παράδοση, αλλά ως προσωπική δέσμευση απέναντι στη λογική και τη συνοχή του ίδιου του έργου.
Το Menuett ως παράδοξη σύζευξη παλαιού και νέου
Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του Menuett της Serenade op. 24 έγκειται ακριβώς στην αντίθεση ανάμεσα στη μορφή και στο ηχητικό του περιεχόμενο. Ο Schoenberg επιλέγει συνειδητά μια ιστορικά φορτισμένη φόρμα. Το Menuett είναι ένας χορός της κλασικής εποχής, συνδεδεμένος με την ισορροπία, τη συμμετρία και τη σαφή δομική άρθρωση, συνήθως στη διάταξη ABA.
Με αυτή την επιλογή, ο συνθέτης δεν απορρίπτει την παράδοση. Αντίθετα, δηλώνει έμμεσα τη συνέχεια με τους κλασικούς της βιεννέζικης σχολής. Η νέα μουσική δεν εμφανίζεται ως άρνηση της μορφής, αλλά ως μετασχηματισμός της. Η τάξη, η σαφήνεια και η πειθαρχία της φόρμας διατηρούνται πλήρως.
Κάτω όμως από αυτό το σταθερό μορφολογικό πλαίσιο αναπτύσσεται ένας εντελώς νέος ηχητικός κόσμος. Οι μελωδικές γραμμές δεν υπακούουν σε κανόνες έλξης και αποφόρτισης, οι αρμονικές συσσωρεύσεις δεν οδηγούν σε παραδοσιακές λύσεις. Το ηχητικό αποτέλεσμα μοιάζει αποσυνδεδεμένο από κάθε γνώριμο κέντρο βάρους. Ο ήχος αποκτά μια διαυγή, αυστηρή, σχεδόν ασκητική ποιότητα.
Εδώ ακριβώς ολοκληρώνεται η φορμαλιστική θέση του Schoenberg. Η μορφή δεν υπηρετεί το συναίσθημα, ούτε το αντίστροφο. Η αισθητική αξία δεν εδράζεται στην «ομορφιά» με τη συμβατική έννοια, αλλά στην ευφυΐα της οργάνωσης, στη συνοχή των σχέσεων, στη λογική εξέλιξη του υλικού.
Το έργο ως αυτονομημένο πνευματικό γεγονός
Το Menuett της Serenade op. 24 οπωσδήποτε, δεν μπορεί να γίνει άμεσα κατανοητό ή ευχάριστο, ενδεχομένως. Αξιώνει παραταύτα ,να σταθεί, ως ένα αυτάρκες πνευματικό οικοδόμημα. Μέσα από την αυστηρή προσήλωσή του στον εσωτερικό του νόμο, αποκόπτεται από εξωτερικές απαιτήσεις και αναδεικνύεται ως ανεξάρτητο πεδίο πολιτισμού.
Με αυτό τον τρόπο, η κλασική μουσική του 20ού αιώνα, δεν λειτουργεί ως ηχητική επένδυση ή συνοδευτική νοητή παρουσία, αλλά ως αυτόνομη μορφή σκέψης. Το έργο δεν «μιλά» για κάτι έξω από αυτό, αλλά για τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται. Και ακριβώς σε αυτή την αυτοαναφορικότητα, ο Schoenberg θεμελιώνει μια από τις πιο ριζοσπαστικές και συνεκτικές εκδοχές της μοντέρνας καλλιτεχνικής συνείδησης.





