Το «Die stille Stadt» (Η Σιωπηλή Πόλη) αποτελεί το πρώτο από τα «Fünf Lieder» (Πέντε Τραγούδια) της Άλμα Σίντλερ-Μάλερ. Συντεθειμένο μεταξύ 1910 και 1915, το τραγούδι αυτό προσφέρει μια σπάνια ματιά στην καλλιτεχνική φωνή μιας γυναίκας που η ιστορία θυμάται περισσότερο ως μούσα παρά ως δημιουργό.
Η Άλμα Σίντλερ (1879-1964) μεγάλωσε σε ένα καλλιτεχνικό περιβάλλον στη Βιέννη του τέλους του 19ου αιώνα. Η μουσική της παιδεία ήταν εξαιρετική για την εποχή της: σπούδασε σύνθεση με τον Αλεξάντερ φον Τσεμλίνσκι, έναν από τους σημαντικότερους συνθέτες και παιδαγωγούς της Βιέννης, και επέδειξε αξιοσημείωτο ταλέντο από νεαρή ηλικία. Ωστόσο, ο γάμος της με τον Γκούσταβ Μάλερ το 1902 σήμανε το τέλος της συνθετικής της καριέρας, τουλάχιστον προσωρινά. Ο Μάλερ, είκοσι χρόνια μεγαλύτερός της και ήδη καταξιωμένος ως ένας από τους μεγαλύτερους συνθέτες της εποχής του, επέμεινε ότι δεν μπορούσαν να υπάρχουν δύο συνθέτες σε μία οικογένεια.
Το «Die stille Stadt» γράφτηκε στη στιχουργική περίοδο που ακολούθησε τον θάνατο του Γκούσταβ Μάλερ το 1911. Η Άλμα, απελευθερωμένη από τους περιορισμούς που είχε επιβάλει ο σύζυγός της, επέστρεψε στη σύνθεση, δημιουργώντας έργα που αντανακλούσαν τόσο τον πόνο της απώλειας όσο και την ανανεωμένη της καλλιτεχνική έκφραση.
Το κείμενο του τραγουδιού, από τον Ρίχαρντ Ντέμελ, έναν από τους σημαντικότερους Γερμανούς ποιητές του εξπρεσιονισμού, περιγράφει μια πόλη βυθισμένη στη σιωπή, όπου τα κανάλια της ονειρεύονται ήσυχα και τα σκοτεινά παράθυρα παρακολουθούν σιωπηλά. Είναι μια νυχτερινή σκηνή γεμάτη μελαγχολία και εσωστρέφεια, που εκφράζει μια βαθιά μοναξιά και έναν λυρικό αναστοχασμό.
Μουσικά, το «Die stille Stadt» κινείται στην παράδοση του ύστερου ρομαντικού Lied, με έντονες επιρροές από τη μουσική του Μάλερ, αλλά και με μια προσωπική, εκλεπτυσμένη φωνή. Η αρμονική γλώσσα είναι χρωματική και πλούσια, με την πιανιστική συνοδεία να δημιουργεί μια ατμοσφαιρική υφή που αιωρείται μεταξύ τονικότητας και ασάφειας. Η φωνητική γραμμή είναι απαλή, σχεδόν ψιθυριστή σε μέρη, ακολουθώντας τους φυσικούς ρυθμούς του κειμένου με μεγάλη ευαισθησία.
Αυτό που κάνει το τραγούδι ιδιαίτερα συγκινητικό είναι η αίσθηση του προσωπικού που το διαπερνά. Η σιωπηλή πόλη μπορεί να διαβαστεί ως αλληγορία της εσωτερικής κατάστασης της ίδιας της συνθέτριας, μια γυναίκα που για χρόνια αναγκάστηκε να σιωπήσει τη δημιουργική της φωνή. Η μουσική εκφράζει όχι μόνο τη μελαγχολία, αλλά και μια ιδιαίτερη ομορφιά που βρίσκεται στη σιωπή, στην απομόνωση, στην αναμονή.
Τα «Fünf Lieder» δημοσιεύτηκαν το 1915 με την αφιέρωση «σε όσους αγάπησα», και αντιπροσωπεύουν το σύνολο της σοβαρής μουσικής παραγωγής της Άλμα που επιβίωσε, μόλις δεκατέσσερα τραγούδια συνολικά. Το γεγονός αυτό καθιστά κάθε ένα από αυτά ακόμα πιο πολύτιμο ως τεκμήριο ενός χαμένου ταλέντου.
Η ιστορία της Άλμα Μάλερ είναι η ιστορία αμέτρητων γυναικών καλλιτεχνών της εποχής της, των οποίων το έργο θυσιάστηκε στις κοινωνικές συμβάσεις και τις προσδοκίες του φύλου τους. Ωστόσο, το «Die stille Stadt» αποδεικνύει ότι όταν της δόθηκε η ευκαιρία, η Άλμα μπορούσε να δημιουργήσει μουσική εξαιρετικής ποιότητας και βάθους.
Οι ερμηνείες των τραγουδιών της Άλμα Μάλερ, από σοπράνο όπως η Elise Caluwaerts και η Catharina Kroeger, έχουν φέρει αυτά τα έργα σε νέο κοινό, επιτρέποντας σε μια γενιά να ανακαλύψει μια φωνή που για πολύ καιρό είχε σιωπήσει. Το «Die stille Stadt» παραμένει όχι μόνο ένα όμορφο τραγούδι, αλλά και ένα συγκινητικό υπόμνημα του τι χάθηκε όταν γυναίκες συνθέτiδες αναγκάζονταν να εγκαταλείπουν την τέχνη τους.
Η σιωπηλή πόλη του τραγουδιού είναι, τελικά, η ίδια η Άλμα, ένας κόσμος γεμάτος μουσική που αναγκάστηκε να παραμείνει σιωπηλός.






